Τι ήταν η καθαρεύουσα
Η καθαρεύουσα ήταν μια μορφή της νεότερης ελληνικής που διαμορφώθηκε με στόχο να περιορίσει στοιχεία τα οποία θεωρούνταν ξένα ή μη λόγια. Δεν αποτελούσε ενιαίο, αμετάβλητο σύστημα: στην πράξη συναντούσε κανείς εκδοχές διαφορετικού βαθμού αρχαϊσμού. Η διαμόρφωσή της συνδέθηκε με την προσπάθεια να βρεθεί κατάλληλη γραπτή γλώσσα για τη νεότερη ελληνική κοινωνία. Σημαντική θέση στη συζήτηση είχε ο Αδαμάντιος Κοραής και η πρόταση της «μέσης οδού». Για να γίνει κατανοητή η ιδέα, χρειάζεται να διακριθούν τόσο ο σκοπός της καθαρεύουσας όσο και η πρόταση του Κοραή από τις αυστηρότερες μορφές που ακολούθησαν.
Ορισμός και όνομα
Η καθαρεύουσα είναι μορφή της νεότερης ελληνικής που επιδίωκε να παρουσιάζει τη γλώσσα ως «καθαρότερη», περιορίζοντας λέξεις και τύπους που θεωρούνταν ξένοι ή ανεπιθύμητοι και προτιμώντας λόγιες ελληνικές επιλογές. Η ονομασία προέρχεται από το ρήμα «καθαρεύω», δηλαδή καθαρίζω ή εξαγνίζω. Ο όρος, επομένως, περιγράφει έναν γλωσσικό σκοπό και όχι την ομιλία μιας ξεχωριστής αρχαίας κοινότητας. Η επιδίωξη αυτή δεν σήμαινε ότι κάθε δάνειο αποκλειόταν με τον ίδιο τρόπο ή ότι υπήρχε ένας μοναδικός κανόνας καθαρισμού. Σε ορισμένες περιπτώσεις προκρίνονταν ελληνικές λέξεις αντί ξένων, ενώ σε άλλες προσαρμόζονταν λόγιοι τύποι στη γραπτή χρήση. Το αποτέλεσμα μπορούσε να διαφέρει ανάλογα με το ύφος, τον συντάκτη και το πόσο κοντά ήθελε να βρίσκεται το κείμενο σε παλαιότερα γλωσσικά πρότυπα. Για τον λόγο αυτό υπήρχαν βαθμίδες καθαρεύουσας. Οι ηπιότερες εκδοχές διατηρούσαν περισσότερα στοιχεία της ομιλούμενης νεοελληνικής, ενώ οι αυστηρότερες επέλεγαν συστηματικότερα αρχαϊκές λέξεις και γραμματικούς τύπους. Ανάμεσα στις δύο άκρες υπήρχαν πολλές ενδιάμεσες χρήσεις, χωρίς ένα κοινό όριο που να εφαρμόζεται απαράλλακτα σε κάθε κείμενο. Η καθαρεύουσα δεν ήταν αρχαία ελληνική. Παρέμενε νεότερη γλώσσα, με μοντέρνα σύνταξη και λεξιλόγιο, παρότι ενσωμάτωνε λόγια και αρχαϊκά χαρακτηριστικά. Συνοπτικά, ήταν μια προσπάθεια γλωσσικού εξευγενισμού με διαφορετικές εκδοχές, όχι επιστροφή αυτούσια στην αρχαία γλώσσα.
Ο Κοραής και η «μέση οδός»
Ο Αδαμάντιος Κοραής (1748–1833) συνδέθηκε με την αναζήτηση μιας ισορροπημένης λύσης για τη νεότερη ελληνική. Η πρότασή του, γνωστή ως «μέση οδός», απέρριπτε τόσο την άκριτη αποδοχή κάθε στοιχείου της καθημερινής ομιλίας όσο και την αναβίωση της αρχαίας αττικής γλώσσας ως πρότυπου για τη σύγχρονη χρήση. Αντί για πλήρη επιστροφή στην αρχαιότητα, εισηγούνταν τη διόρθωση και καλλιέργεια της γλώσσας που μιλούσαν οι Έλληνες. Η διόρθωση σήμαινε επιλογή και επεξεργασία: η ομιλούμενη βάση θα μπορούσε να εμπλουτιστεί με λόγιες λέξεις και τύπους, χωρίς να μετατραπεί σε αντίγραφο της αττικής ελληνικής. Με αυτή την προσέγγιση, η γραπτή γλώσσα θα παρέμενε συνδεδεμένη με τη ζωντανή χρήση, ενώ θα απομακρυνόταν από στοιχεία που θεωρούνταν ξένα ή ακατάλληλα για τον επιδιωκόμενο λόγιο χαρακτήρα. Η «μέση οδός» ήταν, επομένως, θέση για τη σταδιακή καλλιέργεια της γλώσσας, όχι ένας έτοιμος κατάλογος ενιαίων κανόνων. Η ιδέα του Κοραή δεν ταυτίστηκε με όλες τις μορφές καθαρεύουσας που αναπτύχθηκαν αργότερα. Με την πάροδο του χρόνου, η γραπτή χρήση μπορούσε να κινηθεί προς αυστηρότερες και πιο αρχαΐζουσες επιλογές, απομακρυνόμενη από την ισορροπία ανάμεσα στην ομιλούμενη γλώσσα και την αρχαιότερη παράδοση. Έτσι, η πορεία προς την αρχειοποίηση δεν πρέπει να συγχέεται με την αρχική πρόταση του Κοραή: εκείνος υποστήριζε τη μεταβολή της ζωντανής γλώσσας μέσω διόρθωσης, όχι την ανασύσταση της αρχαίας αττικής.
Η καθαρεύουσα στο ελληνικό κράτος
Κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα, η καθαρεύουσα είχε κεντρική θέση στη γραπτή λειτουργία του κράτους και σε σημαντικά πεδία της δημόσιας ζωής. Χρησιμοποιούνταν σε νομοθετικά κείμενα, δικαστικές πράξεις και διοικητικά έγγραφα, ενώ η παρουσία της ήταν ισχυρή στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Παράλληλα, αρκετοί συγγραφείς και εφημερίδες επέλεγαν διαφορετικές μορφές της ανάλογα με το είδος του κειμένου και το κοινό τους. Η επίσημη χρήση της περιορίστηκε σταδιακά και η δημοτική καθιερώθηκε με τις νομοθετικές ρυθμίσεις του 1976.
Γλώσσα του κράτους και της εκπαίδευσης
Στον 19ο και στον 20ό αιώνα, η καθαρεύουσα λειτουργούσε ως βασική γραπτή γλώσσα της κρατικής διοίκησης. Υπουργεία, νομαρχίες και άλλες δημόσιες υπηρεσίες συνέτασσαν εγκυκλίους, αναφορές και υπηρεσιακή αλληλογραφία σε επίσημο ύφος, με λεξιλόγιο και συντακτικές δομές που διέφεραν από την καθημερινή ομιλία. Ένα διοικητικό έγγραφο μπορούσε, για παράδειγμα, να αρχίζει με το «Λαβόντες υπόψιν» και να συνεχίζει με διατυπώσεις όπως «αποφασίζομεν» ή «γνωστοποιείται εις τους ενδιαφερομένους». Τέτοιοι τύποι προσέδιδαν τυπικότητα, αλλά απαιτούσαν εξοικείωση από τον αναγνώστη.
Η νομοθεσία και η δικαστική πρακτική διατηρούσαν επίσης λόγιες διατυπώσεις. Οι νόμοι, τα βασιλικά διατάγματα και οι κανονιστικές πράξεις καταγράφονταν σε ύφος καθαρεύουσας, όπως και πολλά πρακτικά, αποφάσεις και δικόγραφα. Οι φράσεις «κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου» και «η αίτησις απορρίπτεται» δείχνουν τον τύπο γραφής που συναντούσε κανείς σε νομικά κείμενα. Η τυποποίηση του λεξιλογίου διευκόλυνε τη συνέπεια των εγγράφων, χωρίς να κάνει πάντοτε το περιεχόμενό τους άμεσα κατανοητό σε όσους δεν είχαν ανάλογη παιδεία.
Στην εκπαίδευση, η καθαρεύουσα είχε ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία στη δευτεροβάθμια βαθμίδα. Οι μαθητές μελετούσαν γραμματική, συντακτικό και σχολικά κείμενα σε λόγια γλώσσα, ενώ η μετάβαση από το δημοτικό σχολείο στο γυμνάσιο μπορούσε να φέρει αλλαγή στο γλωσσικό ύφος των βιβλίων και της διδασκαλίας. Ιστορία, γεωγραφία και άλλα μαθήματα περιλάμβαναν όρους και φράσεις που δεν ήταν συνηθισμένοι στον καθημερινό προφορικό λόγο. Η απόσταση αυτή έκανε σημαντική την απομνημόνευση γραμματικών τύπων και την εξάσκηση στη γραπτή απόδοση.
Η χρήση της δεν ήταν ίδια σε κάθε υπηρεσία ή σχολική περίοδο, ωστόσο παρέμενε χαρακτηριστικό γνώρισμα της επίσημης γραπτής επικοινωνίας. Η γλωσσική επιλογή επηρέαζε τον τρόπο σύνταξης μιας αίτησης, μιας δικαστικής απόφασης ή μιας σχολικής έκθεσης και συνέδεε την πρόσβαση σε αυτά τα κείμενα με την εκπαίδευση.
Η καθαρεύουσα στη λογοτεχνία και στον Τύπο
Στη λογοτεχνία, η καθαρεύουσα δεν αποτέλεσε ένα ενιαίο ύφος που χρησιμοποιούσαν όλοι οι συγγραφείς με τον ίδιο τρόπο. Άλλοι την επέλεγαν για αφηγηματικά ή ιστορικά έργα, ενώ άλλοι συνδύαζαν λόγια αφήγηση με προφορικότερους διαλόγους. Η επιλογή της γλώσσας μπορούσε να διαφοροποιεί τη φωνή του αφηγητή από εκείνη των προσώπων και να αποδίδει κοινωνικές ή τοπικές διαφορές.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Σε πολλά διηγήματά του, η αφήγηση είναι γραμμένη σε καθαρεύουσα, ενώ οι διάλογοι βασίζονται στη δημοτική και σε στοιχεία της προφορικής γλώσσας. Η εναλλαγή αυτή φαίνεται στη διαφορά ανάμεσα στις περιγραφές και στις αφηγηματικές παρεμβάσεις, από τη μία, και στις συνομιλίες των χαρακτήρων, από την άλλη. Στη «Φόνισσα», όπως και σε άλλα έργα του, η λόγια αφήγηση συνυπάρχει με ομιλία που αποδίδει τον τόπο και το κοινωνικό περιβάλλον των προσώπων. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλή αντιπαράθεση δύο κωδίκων: οι διαφορετικές γλωσσικές φωνές συμβάλλουν στην ατμόσφαιρα και στον ρυθμό της πεζογραφίας του.
Και στον Τύπο η καθαρεύουσα είχε σημαντική παρουσία, ιδίως σε επίσημες ανακοινώσεις, πολιτικά άρθρα και κείμενα γνώμης. Εφημερίδες του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα μπορούσαν να δημοσιεύουν ειδήσεις και σχόλια σε λόγια γραφή, ακόμη κι όταν το περιεχόμενο αφορούσε καθημερινά γεγονότα. Σε ορισμένα έντυπα συνυπήρχαν διαφορετικά ύφη, ανάλογα με τη στήλη και το είδος του κειμένου. Η αναγνωστική εμπειρία εξαρτιόταν έτσι όχι μόνο από το θέμα, αλλά και από την εξοικείωση του κοινού με τη γραπτή γλώσσα των εφημερίδων.
Η λογοτεχνική και δημοσιογραφική χρήση της καθαρεύουσας καταγράφει, επομένως, ποικίλες πρακτικές γραφής και όχι ένα σταθερό πρότυπο για κάθε είδος κειμένου.
Το τέλος της επίσημης χρήσης το 1976
Η υποχώρηση της καθαρεύουσας από την επίσημη χρήση υπήρξε σταδιακή, με περιόδους αλλαγής και επαναφοράς. Το Σύνταγμα του 1911 περιλάμβανε για πρώτη φορά άρθρο που όριζε την επίσημη γλώσσα του κράτους, συνδέοντάς την με τη γλώσσα των συνταγματικών και νομοθετικών κειμένων. Η διατύπωση αυτή ενίσχυσε τη θεσμική κατοχύρωση της γλωσσικής μορφής που χρησιμοποιούσε η κρατική νομοθεσία.
Κατά την περίοδο 1967–1974, η καθαρεύουσα επιβλήθηκε εκ νέου ως γλώσσα της επίσημης επικοινωνίας και της εκπαίδευσης. Η επιλογή αυτή εντάχθηκε στις τότε κρατικές πολιτικές για τη γλώσσα και επηρέασε το ύφος των διοικητικών εγγράφων και των σχολικών κειμένων. Μετά το 1974, ακολούθησε νομοθετική μεταβολή προς την καθιέρωση της δημοτικής. Το 1976, η δημοτική έγινε επίσημη γλώσσα με τις σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις της χρονιάς, με βασικό σημείο αναφοράς τον Νόμο 309/1976 για την οργάνωση και διοίκηση της γενικής εκπαίδευσης.
Η εκπαιδευτική αλλαγή περιόρισε τη γλωσσική εναλλαγή ανάμεσα στις βαθμίδες και καθιέρωσε τη δημοτική ως γλώσσα διδασκαλίας. Παράλληλα, η επίσημη χρήση της επεκτάθηκε στη δημόσια γραφή, ενώ οι παλαιότερες καθαρευουσιάνικες διατυπώσεις παρέμειναν σε έγγραφα και κείμενα που είχαν ήδη συνταχθεί. Η χρονολογική σειρά δείχνει τις βασικές θεσμικές μεταβολές:
| Έτος | Γεγονός |
|---|---|
| 1911 | Το Σύνταγμα περιλαμβάνει για πρώτη φορά άρθρο για την επίσημη γλώσσα του κράτους. |
| 1967–1974 | Η καθαρεύουσα επιβάλλεται εκ νέου στην επίσημη επικοινωνία και στην εκπαίδευση. |
| 1976 | Η δημοτική καθιερώνεται ως επίσημη γλώσσα με τις νομοθετικές ρυθμίσεις της χρονιάς· ο Νόμος 309/1976 αφορά τη γενική εκπαίδευση. |
Η μεταβολή του 1976 άλλαξε το θεσμικό γλωσσικό πλαίσιο, χωρίς να εξαφανίσει αμέσως τα παλαιότερα πρότυπα από τα ήδη υπάρχοντα αρχεία και έντυπα.
Από τη δημοτική στην καθαρεύουσα
Η αντιστοιχία ανάμεσα στη δημοτική γλώσσα και την καθαρεύουσα δεν περιορίζεται σε διαφορετικές λέξεις: αλλάζουν επίσης οι καταλήξεις, οι ρηματικοί τύποι και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η σύνταξη. Η έκταση της μεταβολής εξαρτάται από το ύφος και από το πόσο κοντά βρίσκεται το κείμενο σε παλαιότερα γλωσσικά πρότυπα. Στους πίνακες φαίνονται ενδεικτικά ζεύγη και μορφές που συναντώνται σε λόγια κείμενα. Η σύγκριση βοηθά να αναγνωρίζονται οι αλλαγές χωρίς να θεωρούνται όλες οι αντιστοιχίες απόλυτες ή μηχανικές.
Λεξιλόγιο
Στο λεξιλόγιο, η μετάβαση προς την καθαρεύουσα μπορεί να περιλαμβάνει αντικατάσταση μιας καθημερινής λέξης από λόγιο ή αρχαιότερο τύπο. Σε άλλες περιπτώσεις, η λέξη παραμένει αναγνωρίσιμη, αλλά μεταβάλλεται η γραφή ή η μορφολογική της βάση. Τα παρακάτω ζεύγη δείχνουν διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους διαμορφώνεται η αντιστοιχία.
| Δημοτική | Καθαρεύουσα | Παρατήρηση |
|---|---|---|
| σπίτι | οικία | Αντικατάσταση καθημερινής λέξης από λόγια επιλογή. |
| νερό | ύδωρ | Χρήση παλαιότερου τύπου, κυρίως σε επίσημο ή επιστημονικό ύφος. |
| ψωμί | άρτος | Λόγια λέξη με συγγενή σημασία, αλλά διαφορετική χρήση και χροιά. |
| ψάρι | ιχθύς | Αρχαιότερη ονομασία, συχνή σε σύνθετους όρους και τυπικά συμφραζόμενα. |
| κρασί | οίνος | Λόγια αντιστοιχία που εμφανίζεται και σε ονομασίες ή ειδικό λεξιλόγιο. |
| δουλειά | εργασία | Η επιλογή εξαρτάται από το συμφραζόμενο και τον βαθμό επισημότητας. |
| φτιάχνω | κατασκευάζω | Το λόγιο ρήμα ταιριάζει κυρίως σε πράξεις παραγωγής ή συναρμολόγησης. |
| οχτώ | οκτώ | Εναλλαγή του συμφωνικού συμπλέγματος χτ και κτ. |
| νύχτα | νυξ | Αρχαιότερος ονομαστικός τύπος με διαφορετικό θέμα, όπως φαίνεται και στο νυκτός. |
| κλέφτης | κλέπτης | Λόγια μορφή με πτ αντί φτ, που αποκαθιστά παλαιότερη μορφολογική όψη. |
Οι αλλαγές δεν υπακούουν σε έναν ενιαίο κανόνα. Το σπίτι και η οικία είναι διαφορετικές λεξικές επιλογές, ενώ το οχτώ και το οκτώ συνδέονται στενότερα ως παραλλαγές με διαφορετικό σύμπλεγμα συμφώνων. Αντίστοιχα, το νύξ δεν είναι απλώς μια συνηθισμένη εναλλακτική της νύχτας: ανήκει σε διαφορετικό κλιτικό σύστημα, με τύπους όπως νυκτός.
Η επιλογή λέξης επηρεάζεται και από το αντικείμενο που περιγράφεται. Η εργασία μπορεί να δηλώνει απασχόληση ή έργο, ενώ το κατασκευάζω παραπέμπει ειδικότερα στη δημιουργία ενός αντικειμένου. Γι’ αυτό η αντικατάσταση πρέπει να ελέγχεται μέσα στην πρόταση και όχι μόνο με βάση ένα λεξικό ζεύγος. Ένα λεξικό καθαρεύουσας βοηθά στην αναγνώριση τύπων, αλλά το συμφραζόμενο καθορίζει αν μια λόγια λέξη αποδίδει ακριβώς το νόημα.
Κλίση ουσιαστικών και δοτική
Οι διαφορές ανάμεσα στα ουσιαστικά φαίνονται κυρίως στις καταλήξεις και στις αλλαγές του θέματος κατά την κλίση. Η καθημερινή μορφή μπορεί να αντιστοιχεί σε τύπο της καθαρεύουσας με διαφορετικό γένος κατάληξης ή με αρχαιότερη γενική. Στον πίνακα παρουσιάζονται ενδεικτικές αντιστοιχίες σε ονομαστική και γενική.
| Δημοτική | Καθαρεύουσα | Μορφολογική διαφορά |
|---|---|---|
| η πόλη, της πόλης | η πόλις, της πόλεως | Η ονομαστική σε -ις συνοδεύεται από γενική σε -εως. |
| ο πατέρας, του πατέρα | ο πατήρ, του πατρός | Μεταβάλλονται τόσο η κατάληξη όσο και το θέμα του ουσιαστικού. |
| η θάλασσα, της θάλασσας | η θάλασσα, της θαλάσσης | Η γενική διατηρεί τη λόγια κατάληξη -ης. |
Στην περίπτωση της πόλεως, η διαφορά δεν εξαντλείται στην ορθογραφία: η γενική σχηματίζεται με διαφορετικό τύπο από το δημοτικό της πόλης. Παρόμοια, το πατρός εμφανίζει μεταβολή του θέματος σε σχέση με το πατέρα. Αυτοί οι τύποι εντάσσονται σε κλιτικά πρότυπα που δεν εφαρμόζονται αδιακρίτως σε κάθε νεοελληνικό ουσιαστικό.
Ιδιαίτερο γνώρισμα της λόγιας κλίσης είναι και η δοτική, πτώση που δεν λειτουργεί ως παραγωγική πτώση στη σύγχρονη κοινή ελληνική, αλλά επιβιώνει σε καθιερωμένες εκφράσεις και επίσημους τύπους. Οι φράσεις εν Αθήναις και τη αιτήσει του δείχνουν αυτή την παρουσία. Στην πρώτη, το Αθήναις είναι δοτική πληθυντικού· στη δεύτερη, το αιτήσει είναι δοτική ενικού.
Η δοτική συχνά δηλώνει τόπο, μέσο ή αναφορά, ανάλογα με την έκφραση και τη σύνταξή της. Δεν αρκεί, ωστόσο, να προστεθεί μια κατάληξη σε οποιοδήποτε ουσιαστικό για να προκύψει σωστός τύπος. Στο εν Αθήναις, η πρόθεση εν συνδέεται με συγκεκριμένη λόγια πτωτική μορφή, ενώ το τη αιτήσει του ακολουθεί καθιερωμένο διοικητικό ύφος. Η αντιστοίχιση δημοτικής και καθαρεύουσας απαιτεί, επομένως, γνώση του κλιτικού τύπου και της φράσης στην οποία εμφανίζεται.
Ρήματα και μετοχές
Στα ρήματα, η λόγια διατύπωση μπορεί να αλλάζει τον χρόνο, την αύξηση, την κατάληξη ή ακόμη και το ίδιο το ρήμα που επιλέγεται. Τα ζεύγη του πίνακα είναι ενδεικτικά: δεν περιγράφουν έναν καθολικό κανόνα μετατροπής, αλλά συνηθισμένες διαφορές ανάμεσα σε καθημερινές και λόγιες μορφές.
| Δημοτική μορφή | Λόγια μορφή | Σημείο αλλαγής |
|---|---|---|
| γράφτηκε | εγράφη | Παθητικός αόριστος με λόγια αύξηση και διαφορετική κατάληξη. |
| έγραφαν | εγράφον | Παρατατικός με αρχαιότερη κατάληξη και λόγιο σχηματισμό. |
| πήγε | μετέβη | Αντικατάσταση καθημερινού ρήματος από λόγιο σύνθετο με αόριστο τύπο. |
| αυτός που υπογράφει | ο υπογράφων | Μετοχή ενεστώτα σε -ων, που λειτουργεί και ως ουσιαστικό. |
| όσοι ενδιαφέρονται | οι ενδιαφερόμενοι | Μετοχικός τύπος σε -όμενοι με ονοματική χρήση. |
Στα εγράφη και εγράφον διακρίνεται η λόγια αύξηση ε-, η οποία εμφανίζεται πριν από το ρηματικό θέμα σε παρελθοντικούς τύπους. Οι καταλήξεις και οι χρόνοι δεν αντιστοιχούν πάντοτε ένας προς έναν με τους σύγχρονους τύπους, ενώ η χρήση τους εξαρτάται από το κείμενο και το ύφος. Το εγράφη είναι παθητικός αόριστος, ενώ το εγράφον αποδίδει λόγιο παρατατικό.
Το μετέβη δείχνει διαφορετικό είδος μεταβολής: αντί να μετασχηματιστεί απλώς η μορφή του πήγε, επιλέγεται άλλο ρήμα, μεταβαίνω, και χρησιμοποιείται ο αόριστός του. Η σημασία του αφορά μετάβαση ή μετακίνηση, γι’ αυτό η καταλληλότητά του κρίνεται από το συμφραζόμενο. Η αντικατάσταση δεν ταιριάζει σε κάθε χρήση του πήγε, όπως όταν το ρήμα δηλώνει έκβαση ή αξιολόγηση.
Οι μετοχές προσθέτουν πληροφορία για πρόσωπα ή ιδιότητες και συχνά παίρνουν θέση ουσιαστικού ή επιθέτου. Στο ο υπογράφων, η μετοχή προσδιορίζει το πρόσωπο που υπογράφει, ενώ το οι ενδιαφερόμενοι δηλώνει τα πρόσωπα που ενδιαφέρονται. Οι καταλήξεις τους φανερώνουν γένος και αριθμό, όπως στην αντιστοιχία υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον. Σε επίσημο κείμενο επιλέγονται συχνά τέτοιοι τύποι για συμπύκνωση, όμως η σύνταξη της πρότασης πρέπει να συμφωνεί με τον αριθμό και το γένος τους.
Γιατί δεν υπάρχει αυτόματη μετατροπή
Η μετατροπή μιας πρότασης από τη δημοτική στην καθαρεύουσα δεν είναι μηχανική, επειδή η ίδια λέξη μπορεί να έχει περισσότερες από μία λόγιες αποδόσεις. Η δουλειά, για παράδειγμα, μπορεί να σημαίνει απασχόληση, έργο ή συγκεκριμένη δραστηριότητα· η κατάλληλη επιλογή εξαρτάται από το νόημα και όχι μόνο από το λεξικό.
Καθοριστικός είναι και ο βαθμός αρχαιοποίησης. Ένα κείμενο μπορεί να χρησιμοποιεί λίγους λόγιους τύπους, όπως οκτώ και εργασία, ή να υιοθετεί συστηματικότερα παλαιότερες κλίσεις και ρηματικές καταλήξεις. Η ανάμειξη τύπων από διαφορετικά επίπεδα συχνά δημιουργεί ασυμφωνία, όπως όταν ένας λόγιος ρηματικός τύπος συνδυάζεται με σύνταξη που δεν τον υποστηρίζει.
Πριν επιλεγεί μια διατύπωση, χρειάζεται να ελεγχθούν τέσσερα σημεία: το ακριβές νόημα κάθε λέξης, η κλίση του ουσιαστικού, ο χρόνος και η διάθεση του ρήματος, και η σύνταξη ολόκληρης της πρότασης. Έπειτα, ο βαθμός επισημότητας πρέπει να παραμένει σταθερός από την αρχή ως το τέλος. Για σύντομη φράση αρκεί συχνά η επαλήθευση των βασικών τύπων σε λεξικό· για εκτενές κείμενο απαιτείται επιμέλεια της σύνταξης και του ύφους, όχι απλή αντικατάσταση λέξεων.
Η καθαρεύουσα στα σημερινά ελληνικά
Η καθαρεύουσα δεν αποτελεί σήμερα την καθημερινή βάση της ελληνικής, αλλά ίχνη της παραμένουν σε εκφράσεις, λέξεις και επίσημες διατυπώσεις. Πολλές από αυτές τις μορφές χρησιμοποιούνται χωρίς οι ομιλητές να τις αντιλαμβάνονται ως ιδιαίτερα λόγιες. Στη σύγχρονη κοινή νεοελληνική (ΣτΜ), η δημοτική συνυπάρχει με στοιχεία που ενισχύθηκαν ή διαδόθηκαν μέσα από την καθαρεύουσα. Η αναγνώρισή τους διευκολύνει τόσο την κατανόηση παλαιότερων κειμένων όσο και την ανάγνωση σημερινών διοικητικών και νομικών εγγράφων.
Λόγιες εκφράσεις στην καθημερινή γλώσσα
Λόγιες εκφράσεις έχουν περάσει στην καθημερινή ομιλία και στον γραπτό λόγο, συχνά με σταθερή σημασία. Ο πίνακας δείχνει πώς χρησιμοποιούνται σήμερα και τι δηλώνει καθεμία.
| Έκφραση | Σημασία στην κοινή χρήση | Παράδειγμα |
|---|---|---|
| εν τάξει → εντάξει | Σύμφωνος, αποδεκτός ή σε καλή κατάσταση· ως επιφώνημα δηλώνει αποδοχή. | «Εντάξει, θα συναντηθούμε στις έξι». |
| εν πάση περιπτώσει | Σε κάθε περίπτωση· εισάγει κάτι που ισχύει ανεξάρτητα από τις προηγούμενες λεπτομέρειες. | «Εν πάση περιπτώσει, η αίτηση πρέπει να κατατεθεί σήμερα». |
| επί τάπητος | Υπό συζήτηση ή εξέταση, συνήθως για ζήτημα που χρειάζεται απόφαση. | «Το κόστος της επισκευής τέθηκε επί τάπητος». |
| εν λόγω | Ο συγκεκριμένος ή αυτός για τον οποίο γίνεται ήδη λόγος. | «Η εν λόγω απόφαση δημοσιεύτηκε χθες». |
| κατά βάση | Κυρίως ή ως προς το βασικό χαρακτηριστικό ενός πράγματος. | «Το πρόγραμμα απευθύνεται κατά βάση σε νέους αναγνώστες». |
| εξ αρχής | Από την αρχή, από το πρώτο στάδιο μιας ενέργειας ή διαδικασίας. | «Οι όροι της συνεργασίας ήταν σαφείς εξ αρχής». |
| εν ανάγκη | Αν χρειαστεί ή εφόσον παρουσιαστεί ανάγκη. | «Εν ανάγκη, η συνάντηση μπορεί να γίνει εξ αποστάσεως». |
| εν ολίγοις | Συνοπτικά, με λίγα λόγια. | «Εν ολίγοις, η πρόταση μειώνει τον χρόνο αναμονής». |
Οι φράσεις δεν έχουν όλες τον ίδιο βαθμό επισημότητας: το «εντάξει» είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο στην προφορική επικοινωνία, ενώ το «εν λόγω» εμφανίζεται συχνότερα σε γραπτό λόγο. Η στίξη και η θέση τους στην πρόταση βοηθούν να γίνει σαφές αν λειτουργούν ως σύνδεσμοι, επιρρηματικοί προσδιορισμοί ή αναφορικές διατυπώσεις. Η αρχική μορφή «εν τάξει» διατηρείται κυρίως όταν θέλει κανείς να τονίσει τον λόγιο χαρακτήρα της έκφρασης· η καθιερωμένη γραφή «εντάξει» είναι η συνηθισμένη μορφή στην κοινή χρήση. Η παρουσία τέτοιων τύπων δείχνει ότι η καθαρεύουσα δεν επιβιώνει μόνο ως ιστορικό γλωσσικό σύστημα: επιμέρους εκφράσεις της έχουν ενσωματωθεί στη σημερινή επικοινωνία, με σημασίες που οι περισσότεροι ομιλητές κατανοούν άμεσα.
Νομική και διοικητική γλώσσα
Η σύγχρονη κοινή νεοελληνική βασίζεται στη δημοτική, αλλά έχει απορροφήσει πολλές λόγιες λέξεις και διατυπώσεις που διαδόθηκαν μέσω της καθαρεύουσας. Γι’ αυτό η ορολογία σε ένα σημερινό έγγραφο μπορεί να ακούγεται επίσημη, χωρίς το κείμενο να είναι γραμμένο στην παλαιότερη γλωσσική μορφή. Όροι όπως «δικαίωμα», «υποχρέωση», «αίτηση» και «αρμόδιος» ανήκουν πλέον στο καθιερωμένο λεξιλόγιο της κοινής γλώσσας και χρησιμοποιούνται σε καθημερινά συμφραζόμενα, αλλά και σε διοικητικές ή νομικές διατυπώσεις. Στα σύγχρονα κείμενα, το λόγιο στοιχείο συχνά εντοπίζεται στην επιλογή λεξιλογίου και στον επίσημο τόνο, ενώ η σύνταξη και οι τύποι των λέξεων ακολουθούν σε μεγάλο βαθμό τη σημερινή κοινή. Η φράση «ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία», για παράδειγμα, περιέχει επίσημες λέξεις, αλλά γίνεται κατανοητή χωρίς γνώση της καθαρεύουσας ως πλήρους συστήματος. Η εξοικείωση με αυτή την ορολογία διευκολύνει την ανάγνωση αιτήσεων, αποφάσεων και συμβάσεων, όπου οι ίδιες λέξεις επανέρχονται με συγκεκριμένη λειτουργία. Αντίθετα, παλαιότερα νομικά κείμενα μπορεί να διατηρούν συστηματικά τύπους, κλίσεις και συντακτικές δομές της καθαρεύουσας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Αστικός Κώδικας, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ το 1946 και είναι γραμμένος σε καθαρεύουσα. Η ανάγνωσή του απαιτεί συχνά μεγαλύτερη προσοχή από την ανάγνωση ενός σύγχρονου εγγράφου, επειδή δεν διαφέρει μόνο το λεξιλόγιο: ενδέχεται να εμφανίζονται παλαιότερες καταλήξεις και διατυπώσεις που δεν χρησιμοποιούνται πλέον στην καθημερινή ομιλία. Η γνώση των λόγιων τύπων βοηθά να διακρίνονται οι λέξεις που παραμένουν ζωντανές στη ΣτΜ από εκείνες που ανήκουν σε παλαιότερο νομικό ύφος. Έτσι, ο αναγνώστης μπορεί να κατανοεί καλύτερα τόσο τη σημερινή διοικητική ορολογία όσο και κείμενα όπως ο Αστικός Κώδικας του 1946, χωρίς να συγχέει την επίσημη γλώσσα με την καθαρεύουσα συνολικά.
Συχνές ερωτήσεις για την καθαρεύουσα
Η καθαρεύουσα έχει ιδιαίτερη ιστορική και γραμματική θέση στην εξέλιξη της νεοελληνικής γλώσσας.
Τι σημαίνει η λέξη καθαρεύουσα;
Καθαρεύουσα είναι μια λόγια μορφή της νεοελληνικής που επιδίωκε να απομακρύνει στοιχεία τα οποία θεωρούνταν ξένα προς την ελληνική γλώσσα. Το όνομά της προέρχεται από το ρήμα «καθαρεύω», δηλαδή καθαρίζω ή εξαγνίζω, και συνδέεται με την ιδέα του γλωσσικού καθαρισμού. Στη γραμματική της εμφανίζονται τύποι που θυμίζουν παλαιότερες μορφές ελληνικών, χωρίς αυτό να την κάνει αρχαία ελληνικά. Ενδεικτικά, ο λόγιος τύπος «πόλις» αντιστοιχεί στη δημοτική λέξη «πόλη».
Πότε καταργήθηκε η καθαρεύουσα;
Η καθαρεύουσα έπαψε να είναι η επίσημη γλώσσα του κράτους το 1976, όταν καθιερώθηκε η δημοτική στη διοίκηση και στην εκπαίδευση. Το 1911 είχε κατοχυρωθεί συνταγματικά η επίσημη θέση της, σε μια περίοδο κατά την οποία η γλωσσική επιλογή αποτελούσε και πολιτικό ζήτημα. Αργότερα, η δικτατορία του 1967–1974 επέβαλε την καθαρεύουσα στη δημόσια ζωή και στην εκπαίδευση. Η αλλαγή του 1976 σηματοδότησε την επίσημη μεταβολή της γλωσσικής πολιτικής, όχι την άμεση εξαφάνιση λόγιων τύπων από τη χρήση.
Ποια είναι η διαφορά καθαρεύουσας και αρχαίων ελληνικών;
Η καθαρεύουσα είναι μορφή της νεοελληνικής με λόγια μορφολογία, όχι αρχαία ελληνικά. Βασίζεται στη νεότερη γλώσσα, αλλά χρησιμοποιεί παλαιότερους γραμματικούς τύπους και λεξιλόγιο, σε διαφορετικό βαθμό ανάλογα με το κείμενο. Τα αρχαία ελληνικά έχουν δική τους ιστορική γραμματική και σύνταξη, ενώ η καθαρεύουσα συνδυάζει λόγια στοιχεία με νεοελληνικές δομές. Για παράδειγμα, το «πόλις» είναι λόγιος τύπος που απαντά στην καθαρεύουσα, ενώ το «πόλη» είναι ο αντίστοιχος νεοελληνικός τύπος· η διαφορά δεν ισοδυναμεί με μετάφραση από τα αρχαία.
Μπορεί ένα πρόγραμμα να μετατρέψει κείμενο από δημοτική σε καθαρεύουσα;
Δεν υπάρχει αυτόματη πλήρης μετατροπή που να αποδίδει με συνέπεια κάθε κείμενο από τη δημοτική στην καθαρεύουσα. Δεν αρκεί να αντικατασταθούν ορισμένες λέξεις, επειδή μπορεί να χρειαστούν αλλαγές στην κλίση, στα ρήματα, στις μετοχές και στη σύνταξη. Επιπλέον, η καθαρεύουσα δεν έχει έναν ενιαίο βαθμό αρχαιοποίησης: ένα διοικητικό κείμενο και ένα λογοτεχνικό κείμενο μπορεί να χρησιμοποιούν διαφορετικές λόγιες επιλογές. Επομένως, κάθε μετατροπή απαιτεί κρίση για το ύφος και το νόημα, ενώ δεν διατίθενται εργαλεία που να εγγυώνται πλήρη αυτόματη απόδοση.